Διαταραχή Περιορισμού Διαιτητικής Πρόσληψης ή επιλεκτική διατροφή; Tι πρέπει να γνωρίζετε
Kάποια παιδιά, είναι εξαιρετικά επιλεκτικά στις επιλογές των τροφών τους - σε βαθμό περιοριστικό – που μπορεί να σημαίνει ότι έχουν Διαταραχή Περιορισμού Διαιτητικής Πρόσληψης - μια διαταραχή που μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξή και καθημερινότητά τους.
- Ελληνικά
- English
Εάν το παιδί σας είναι επιλεκτικό στο φαγητό του, δεν είστε μόνοι. Ωστόσο, ορισμένα παιδιά, είναι εξαιρετικά επιλεκτικά στις επιλογές των τροφών τους – σε βαθμό περιοριστικό – που μπορεί να σημαίνει ότι μπορεί να έχουν Διαταραχή Περιορισμού Διαιτητικής Πρόσληψης (Avoidant Restrictive Food Intake Disorder – ή ARFID) - μια διατροφική διαταραχή που μπορεί να επηρεάσει σοβαρά την καθημερινότητά τους αλλά και την ανάπτυξή τους.
Η επιλεκτικότητα στο φαγητό είναι ένα συχνό φαινόμενο στην παιδική ηλικία, καθώς σχεδόν όλα τα παιδιά περνούν μια περίοδο κατά την οποία απορρίπτουν νέες τροφές (ακόμη και εκείνες που τους άρεσαν στο παρελθόν). Για ορισμένα παιδιά, όμως, η περιοριστική διατροφή έχει τόσο μεγάλο αντίκτυπο στην καθημερινή τους ζωή, ακόμη και στο βάρος και την ανάπτυξή τους, ώστε μπορεί να πρόκειται για ARFID.
Εδώ θα βρείτε τι πρέπει να γνωρίζετε για το πώς διαφέρουν το επιλεκτικό φαγητό και η ARFID και πότε πρέπει να συμβουλευτείτε έναν/μία επαγγελματία υγείας για το παιδί σας.
Eπιλεκτική διατροφή vs ARFID
Η επιλεκτική διατροφή είναι συχνό φαινόμενο στην παιδική ηλικία, με σχεδόν όλα τα παιδιά να περνούν μια φάση απόρριψης νέων τροφών (ακόμη και τροφών που προηγουμένως τους άρεσαν). Αυτός ο τύπος συμπεριφοράς - που ονομάζεται «τροφική νεοφοβία» - εμφανίζεται συχνά μεταξύ 1,5 και 2 ετών.
Η επιλεκτικότητα στο φαγητό θεωρείται ένα φυσικό στάδιο της ανάπτυξης που περνάει το παιδί από μόνο του, αρκεί οι γονείς να είναι προσεκτικοί στο χειρισμό του με υποστηρικτικό και ενθαρρυντικό τρόπο. Συμπεριφορές όπως το «να μην τρώει καλά» ή «να αρνείται να φάει» είναι επίσης πιο συχνές απ’ όσο πιστεύετε, ειδικά στην πρώιμη παιδική ηλικία. Μια μελέτη σε περισσότερα από 4.000 παιδιά, για παράδειγμα, έδειξε ότι περισσότερα περισσότερο από το 25% των παιδιών 1,5 και 3 ετών ήταν επιλεκτικά στο φαγητό τους, σύμφωνα με τις μητέρες τους.
Αλλά μέχρι την ηλικία των έξι ετών, μόνο περίπου 10% των παιδιών ήταν επιλεκτικά στην κατανάλωση τροφής.
Και τα περισσότερα παιδιά των οποίων οι μητέρες δήλωσαν ότι ήταν επιλεκτικά στην ηλικία του 1,5 ή 3 ετών δεν ήταν πλέον επιλεκτικά στην ηλικία των 6 ετών.
Τι είναι το ARFID;
ARFID σημαίνει Avoidant Restrictive Food Intake Disorder (Διαταραχή Περιορισμού Διαιτητικής Πρόσληψης). Ενώ η ARFID μπορεί να συγχέεται με την επιλεκτική διατροφή, πρόκειται για έναν τύπο περιοριστικής διατροφής που είναι ιδιαίτερα ακραίος, που επιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα και που επηρεάζει τη σωματική ή ψυχική υγεία του παιδιού.
Αν δεν έχετε ακούσει γι' αυτήν στο παρελθόν, αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι, ως αναγνωρισμένη διάγνωση, είναι σχετικά νέα: η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία την πρόσθεσε στον κατάλογο των διαγνώσεών της το 2013. Αντικατέστησε αυτό που παλαιότερα ήταν γνωστό ως «διαταραχή σίτισης της βρεφικής ή της πρώιμης παιδικής ηλικίας», με κάποια κριτήρια να έχουν αλλάξει.
Μόνο ένας/μία επαγγελματίας υγείας μπορεί να κάνει διάγνωση της ARFID. Τα κριτήρια που εξετάζουν περιλαμβάνουν όχι μόνο το αν ένα παιδί αρνείται τις περισσότερες τροφές (συχνά καταναλώνει μόλις πέντε έως δέκα διαφορετικά τρόφιμα), αλλά και αν αυτή η άρνηση επηρεάζει τη λειτουργικότητά του.
Ένα παιδί με ARFID ενδέχεται να παρουσιάζει ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα κλινικά χαρακτηριστικά: ανεπαρκή σωματική ανάπτυξη ή απώλεια βάρους σημαντικές διατροφικές ελλείψεις, εξάρτηση από διατροφικά συμπληρώματα ή εντερική σίτιση για τη διατήρηση της επαρκούς θρέψης, καθώς και έντονες ψυχοκοινωνικές δυσκολίες που σχετίζονται με τη διατροφή, οι οποίες μπορεί να οδηγούν σε αποφυγή κοινωνικών καταστάσεων που περιλαμβάνουν φαγητό, όπως τα σχολικά γεύματα. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να συνυπάρχουν ή να εκδηλώνονται μεμονωμένα.Για να τεθεί η διάγνωση της ARFID, αυτό το είδος διατροφικής διαταραχής δεν μπορεί να αποδίδεται σε άλλη ψυχική διαταραχή ή ιατρική κατάσταση. Αντίθετα, χαρακτηρίζεται από έλλειψη ενδιαφέροντος για το φαγητό- άγχος γύρω από το φαγητό- αποστροφή στην υφή, τη γεύση ή τη μυρωδιά του φαγητού- ή ιστορικό επιλεκτικής διατροφής που έχει επιδεινωθεί σημαντικά με την πάροδο του χρόνου.Οι ερευνητές εξακολουθούν να προσπαθούν να καταλάβουν γιατί ορισμένα παιδιά αναπτύσσουν ARFID ενώ άλλα όχι.
Ωστόσο, η ARFID είναι πολύ πιο συχνή σε παιδιά που έχουν αγχώδεις διαταραχές, διαταραχές του φάσματος του αυτισμού, άλλες νευροαναπτυξιακές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένης της ΔΕΠΥ, και γαστρεντερικά συμπτώματα ή διαταραχές.
Πόσο συχνή είναι η ARFID;
Σε γενικές γραμμές, μόνο ένα μικρό ποσοστό των παιδιών αναπτύσσει ARFID.
Ωστόσο, μπορεί να είναι πιο συχνή από ό,τι οι άνθρωποι συνειδητοποιούν. Μελέτες πληθυσμών σε χώρες όπως η Ελβετία, η Γερμανία και η Πορτογαλία, για παράδειγμα, διαπίστωσαν ότι από 3 έως 15 παιδιά στα 100 εμφανίζουν συμπτώματα ARFID.
Είναι πολύ λιγότερο συνηθισμένο για τα παιδιά να διαγνωστούν επίσημα και κλινικά με ARFID. Βάσει της ανάλυσης μίας έρευνας που έγινε σε 2.700 παιδίατρους στον Καναδά σχετικά με παιδιά που παρακολουθούν, για παράδειγμα, διαπίστωσε ότι μόνο 1 στα 50.000 παιδιά ηλικίας 5-18 ετών είχε ARFID.
Το ARFID αποτελεί, ωστόσο, μια συχνή αιτία για παιδιά που έχουν διατροφική ανεπάρκεια ή αύξηση βάρους τόσο ακραία ώστε να εγγράφονται σε κλινική σίτισης. Μια μελέτη 100 παιδιών σε παιδιατρική κλινική σίτισης στις Κάτω Χώρες, για παράδειγμα, διαπίστωσε ότι σχεδόν τα δύο τρίτα - 64% - πληρούσαν τα κριτήρια για ARFID.
Θεραπεία για το ARFID
Συνήθως, οι επαγγελματίες υγείας που έχουν να κάνουν με παιδιά με ARFID αντιμετωπίζουν την υποκείμενη αιτία για την οποία αυτά αποφεύγουν ή περιορίζουν την τροφή. Ο σκοπός είναι να κάνουν το παιδί να τρώει περισσότερο αλλά και περισσότερα είδη τροφίμων με την πάροδο του χρόνου.
Αυτό μπορεί να γίνει μέσω ψυχολογικών παρεμβάσεων, όπως η οικογενειακή θεραπεία και η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία. Μερικές φορές χρησιμοποιείται επίσης φαρμακευτική αγωγή.
Σε σοβαρές περιπτώσεις, τα παιδιά με ARFID μπορεί να χρειαστεί να νοσηλευτούν βραχυπρόθεσμα, προκειμένου να λάβουν τη διατροφή και την υποστήριξη που χρειάζονται.
Εάν ανησυχείτε για το παιδί σας, είναι σημαντικό να μιλήσετε με τον/την γιατρό του.